ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΝΙΣΣΑΣ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΝΙΣΣΑΣ

Το όνομα 'Αρνισσα είναι προϊστορικό και προέρχεται από την πόλη Άρνη. Μέχρι τις αρχές του 20ου αι λεγόταν Όστροβο (10-11ος αιων. μ.X.), που σημαίνει νησί από το νησί που υπήρχε στην μέση της ομώνυμης λίμνης που λέγεται Βεγορίτιδα.

Φαίνεται ότι η ιστορία της Άρνισσας ξεκινάει από τη νεότερη και μέση εποχή του χαλκού (1500-1400 π.Χ.), οπότε και εμφανίζεται στους χάρτες των ιστοριογράφων. Στην Άρνισσα αναφέρεται και ο αρχαίος ιστορικός Θουκυδίδης, το 424 π.Χ., ως Μακεδονική πόλη.
Χτισμένη σήμερα σε υψόμετρο +650μ., αμφιθεατρικά στη λίμνη Βεγορίτιδα, στους πρόποδες του Όρους Καϊμάκτσαλαν, το όνομά της είναι προϊστορικό και ομόρριζο με το όνομα της πόλης Αρνης, στη λίμνη της Kωπαΐδας. Oι επιδρομείς του Σαμουήλ την ονόμαζαν Όστροβο (10-11ος αιων. μ.X.), που σημαίνει νησί.
Σημερινή πρωτεύουσα του Δήμου Βεγορίτιδας, το όνομά της άλλαξε από Άρνισσα σε Όστροβο και ξανά σε Άρνισσα το 1926. Η θέση όμως της τότε Άρνισσας δεν είναι η σημερινή. Η αρχαία πόλη είναι θαμμένη κάτω από τα ύδατα της λίμνης Βεγορίτιδας. Φαίνεται πως όχι μόνον αυτή, αλλά και όλες οι μεταγενέστερες αυτής, υπό το ίδιο όνομα, έχουν καλυφθεί από τα νερά της λίμνης. Εξάλλου η ίδια η λίμνη και οι μεταβολές της στάθμης της, υπήρξαν η αιτία ώστε οι κάτοικοι να χτίσουν την πόλη στη σημερινή θέση της.
Κατελήφθη από τους Τούρκους το 1388 και την ίδια χρονιά χτίστηκε και το ένα εκ των δύο τζαμιών. Του συγκεκριμένου μάλιστα ερείπια σώζονται μέχρι και σήμερα. Απελευθερώθηκε μετά από 524 χρόνια, την 6η Νοεμβρίου  του 1912.
Κατά τον Μακεδονικό Αγώνα έλαμψε το άστρο πολλών Μακεδονομάχων κατοίκων της Άρνισσας οι οποίοι υπερασπίστηκαν την ελληνική ψυχή και την ελληνική γη.
 Όμως η ιστορία της Άρνισσας και των Αρνισσιωτών δε σταματάει εδώ.
Γεγονότα από την εποχή του Α΄παγκοσμίου πολέμου και την μάχη του  Καϊμακτσαλάν τον Σεπτέμβρη του 1916 στιγμάτισαν τους γεροντότερους κατοίκους του χωριού οι οποίοι μοιράζονται μαζί μας τα όσα έζησαν.
  
Το καλοκαίρι του 1914, πριν καλά καλά κοπάσει ο θόρυβος των Βαλκανικών πολέμων ξεσπάει στη Ευρώπη άλλος ένας πόλεμος που γενικεύεται και παίρνει παγκόσμιες διαστάσεις. Στο Σαράγιεβο δολοφονείται ο διάδοχος του Αυστροουγγρικού θρόνου Φραγκίσκος-Φερδινάρδος. Η Αυστροουγγαρία θεωρεί ηθικό αυτουργό της δολοφονίας την Σερβία και χρησιμοποιώντας το γεγονός αυτό ως αφορμή, κηρύττει πόλεμο κατά της Σερβίας. Στο πλευρό της Αυστροουγγαρίας μπαίνει και η ανερχόμενη τότε δύναμη, Γερμανία (της οποίας οι επεκτατικές –ιμπεριαλιστικές διαθέσεις θεωρήθηκαν ως η βαθύτερη αιτία του Α παγκοσμίου πολέμου). Άγγλοι και Γάλλοι , οι κυρίαρχες τότε παγκόσμιες δυνάμεις, τίθενται στο πλευρό της Σερβίας και της υπόσχονται βοήθεια. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα μπαίνουν στον πόλεμο και άλλες χώρες και σχηματίζονται οι δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις: από τη μία οι λεγόμενες Κεντρικές δυνάμεις (Αυστροουγγαρία, Γερμανία, Βουλγαρία, αργότερα και η Τουρκία) και από την άλλη πλευρά η λεγόμενη Entente Cordiale (εγκάρδια συνεννόηση) δηλ., Σερβία, Γαλλία, Μ. Βρετανία, Ρωσία αργότερα και η Ιταλία.
Στην Ελλάδα δεν έχει αποφασιστεί ακόμη η θέση που θα πάρει η χώρα στην εμπόλεμη κατάσταση. Τελικά ο Βενιζέλος προτείνει την προσχώρησή της στις δυνάμεις της Entente, ενώ ο γερμανόφιλος βασιλιάς προτιμά και επιβάλει την ουδετερότητα, η οποία και τηρήθηκε επίσημα τα τρία πρώτα χρόνια του πολέμου. Η διαφωνία των δύο όμως οδήγησε στον «εθνικό διχασμό». Έτσι ο Βενιζέλος κηρύσσει επανάσταση κατά του βασιλικού καθεστώτος (γνωστή και ως κίνημα «Εθνικής Αμύνης»), ιδρύει ξεχωριστή κυβέρνηση και κατά συνέπεια δεύτερο ελληνικό κράτος στη Θεσσαλονίκη. Το Νοέμβρη του 1916 η κυβέρνηση Βενιζέλου κηρύσσει τον πόλεμο κατά των Κεντρικών Δυνάμεων και έκπτωτο τον βασιλιά. Οι Αγγλογάλλοι εξαναγκάζουν την κυβέρνηση των Αθηνών να μπει στον πόλεμο στο πλευρό τους και εκθρονίζουν τον βασιλιά Κωνσταντίνο Α΄ . Ο Βενιζέλος αναλαμβάνει την εξουσία στην Αθήνα και χωρίς καμιά αντίρρηση του νέου βασιλιά, του δευτερότοκου γιου του Κωνσταντίνου Α΄, Αλέξανδρου, κηρύσσει επίσημα πλέον τον πόλεμο κατά των Κεντρικών Δυνάμεων.
 Επιστρέφοντας όμως στα γεγονότα στις αρχές του πολέμου, το Φθινόπωρο του 1915 οι Αυστροούγγροι και οι Γερμανοί επιτίθενται κατά της Σερβίας από Βορρά και οι Βούλγαροι από νότο, κατανικούν τις σερβικές δυνάμεις και κυριεύουν όλο το σερβικό έδαφος. Τα υπολείμματα του σερβικού στρατού καταφεύγουν προς τα αλβανικά βουνά και από τις ακτές της Αδριατικής μεταφέρονται με συμμαχικά πλοία στην Κέρκυρα και αργότερα στη Θεσσαλονίκη.
Εν τω μεταξύ οι βούλγαροι κατεβαίνουν ως τα ελληνοσερβικά σύνορα, και σχηματίζουν κατά μήκος των συνόρων αμυντική γραμμή. Οι Αγγλογάλλοι που δεν είχαν προλάβει να βοηθήσουν τους Σέρβους, έχουν ήδη αποβιβασθεί στη Θεσσαλονίκη και προωθηθεί ως τα σύνορα με πρώτο στόχο να ανακόψουν ενδεχόμενη επέλαση των Γερμανών και Βουλγάρων στην Ελλάδα και με απώτερο σκοπό να βοηθήσουν τους Σέρβους να ανακαταλάβουν τη χώρα τους.
Προς τα ελληνοσερβικά σύνορα προωθούνται εκτός από τους Αγγλογάλλους και τους Σέρβους , Ρώσοι και Ιταλοί. Έτσι το καλοκαίρι του 1916 έχει δημιουργηθεί στα ελληνοσερβικά σύνορα το λεγόμενο «Βαλκανικό Μέτωπο» του Α παγκοσμίου πολέμου του οποίου ένα τμήμα –αυτό που αφορά και την περιοχή της Άρνισσας – απεικονίζεται στον παρακάτω Γαλλικό χάρτη εκείνης της εποχής.  
Η κατάληψη του Καϊμακτσαλάν, αποτελούσε για τους συμμάχους σημαντικότατο στρατηγικό στόχο. Από το υψόμετρο των 2.524 μ. μπορούσαν οι Βούλγαροι να ελέγχουν τις κινήσεις στην ευρύτερη περιοχή (τις πεδιάδες του Μοναστηρίου, της Φλώρινας, της Αλμωπίας, και την πεδιάδα της Θεσσαλονίκης) και να οργανώνουν σωστά τις πολεμικές επιχειρήσεις τους.
Λόγω της σχετικά μικρής απόστασης από το Καϊμακτσαλάν αλλά και λόγω του σιδηροδρόμου ως κυριότερου μέσου μεταφοράς στρατού, πολεμικού υλικού και τροφίμων, η Άρνισσα είχε για τους συμμάχους της Entente στρατηγικότατη σημασία.
Το καλοκαίρι του 1916, το χωριό και η γύρω περιοχή έχουν μεταμορφωθεί σε ένα τεράστιο στρατόπεδο με αποθήκες ανεφοδιασμού, νοσοκομεία, στάβλους αλόγων, τραίνα που φορτώνονται και ξεφορτώνονται, στρατιωτικούς καταυλισμούς: οι Γάλλοι στρατοπεδευμένοι μέσα στο χωριό και στη Μπόφτσα, οι Άγγλοι στις Τούμπες, οι Σέρβοι στο Τσαΐρι μπροστά στον παλιό σταθμό , οι Ιταλοί στη Λιουμπάνα , οι Ρώσοι στην περιοχή όπου είναι χτισμένα σήμερα τα Νέα Ξανθόγεια.
  
Τον Αύγουστο του 1916 οι βουλγαρικές δυνάμεις προελαύνουν σε ελληνικό έδαφος, καταλαμβάνουν το χωριό Νότιας Αριδαίας, τη Βεύη και τη Φλώρινα.
Στο ανατολικό τμήμα του Βαλκανικού μετώπου οι Βούλγαροι έχουν διεισδύσει και καταλάβει όλη την Ανατολική Μακεδονία ως τον ποταμό Στρυμόνα. Τον ίδιο μήνα, αφού έχουν ολοκληρωθεί οι στρατιωτικές προετοιμασίες, ο Γάλλος στρατηγός Sarrail (Σαραϊγ ), διοικητής όλων των στρατιωτικών δυνάμεων, δίνει το πρόσταγμα  της γενικής αντεπίθεσης. Ο σερβικός στρατός προωθείται στα υψώματα του Καϊμάκτσαλάν κάτω από το ασταμάτητο σφυροκόπημα του εχθρικού πυροβολικού.
Οι απώλειες είναι βαριές αλλά οι Σέρβοι αποφασισμένοι κερδίζουν έδαφος σπιθαμή προς σπιθαμή. Ξεπερνώντας τα συρματοπλέγματα φθάνουν ως τα χαρακώματα των Βουλγάρων και η μάχη διεξάγεται σώμα με σώμα. Οι πλαγιές γεμίζουν κορμιά νεκρά και τραυματισμένα. Η μάχη έχει κριθεί και η σερβική σημαία υψώνεται. Οι βούλγαροι υποχωρούν αλλά οι σέρβοι εξουθενωμένοι και με περισσότερους από 5.000 νεκρούς δεν έχουν πλέον τη δύναμη να τους καταδιώξουν. Οι Βούλγαροι θα ανασυγκροτηθούν στο εσωτερικό και θα σχηματίσουν νέα αμυντική γραμμή που θα μείνει απόρθητη σχεδόν μέχρι το τέλος του πολέμου καθηλώνοντας για δύο χρόνια μεγάλο μέρος των συμμαχικών δυνάμεων.
Οι νεκροί της μάχης θάβονται σε νεκροταφείο στο Πάτημα αλλά και επιτόπου στις πλαγιές του βουνού. Οι ενταφιασμοί πρόχειροι και βιαστικοί, ούτε καν ολοκληρώνονται. Το χειμώνα που ακολουθεί πτώματα ξεθάβονται και κατασπαράζονται από πεινασμένους λύκους.
Μετά το τέλος του πολέμου οι σέρβοι περισυνέλεξαν τα οστά των πεσόντων και χρησιμοποιώντας μέρος αυτών μαζί με βλήματα έχτισαν την εκκλησία του Προφήτη Ηλία στο ψηλότερο σημείο του βουνού πάνω στη συνοριακή γραμμή με την Ελλάδα.
Είναι το εκκλησάκι αυτό, ο Προφήτης Ηλίας, που φαίνεται από το χωριό, στη γραμμή του ορίζοντα του Καϊμάκτσαλάν. 
 
Ο επισκέπτης βρίσκει ακόμη και σήμερα απομεινάρια-βουβές μαρτυρίες της πολυαίμακτης εκείνης μάχης του Σεπτεμβρίου του 1916: αναχώματα, κάλυκες, σφαίρες, θραύσματα οβίδων, σκουριασμένα πτερύγια όλμων.
Η μάχη του Καϊμάκτσαλάν δεν επηρέασε σημαντικά την τροπή του πολέμου. Κατά την εκτίμηση ορισμένων ιστορικών, η νίκη που επιτεύχθηκε ήταν δυσανάλογη προς τις τεράστιες απώλειες των σέρβων.
Σήμερα η Άρνισσα έχει περί τους 2000 κατοίκους, η πλεοψηφία των οποίων ασχολείται με τη γεωργία και κυρίως με την παραγωγή κερασιού, μήλων και ροδακίνων στον έυφορο κάμπο της Βεγορίτιδας. Στην Άρνισσα υπάρχουν λίγες βιοτεχνίες ενώ δειλά δειλά έχει αρχίσει και η ενασχόληση με την παροχή υπηρεσιών (ξενώνες-καταλύμματα) προς το αυξανόμενο ρεύμα επισκεπτών στην περιοχή και λειτουργούν αρκετά μικρά καταλύμματα και ξενοδοχεία στον οικισμό. Από τους Συλλογικούς φορείς ξεχωρίζουν ο τοπικός Αγροτικός Συνεταιρισμός, ο Συνεταιρισμός Γυναικών Άρνισσας, ο Μορφωτικός Σύλλογος ΜΕΣΝΑ και ο Σύλλογος Προστασίας λίμνης Βεγορίτιδας. 
Mέσα στην Αρνισσα ο επισκέπτης συναντά την εκκλησία της Aγίας Tριάδας, χτισμένη το 1865 με αξιόλογες εικόνες, καθώς και το μεταβυζαντινό ναό της Kοιμήσεως της Θεοτόκου (18ος αιώνας) με τοιχογραφίες και αγιογραφημένο τέμπλο.
Πριν φθάσει στην Άρνισσα ο επισκέπτης θαυμάζει τη γαλήνια λίμνη Bεγορίτιδα και την υποβλητική χιονισμένη κορυφή Kαϊμακτσαλάν.
H στάθμη της λίμνης έφτανε ως τις γραμμές του τρένου, με το καφενεδάκι απέναντι από το Σιδηροδρομικό Σταθμό να κρυώνει τις πορτοκαλάδες στα νερά της λίμνης. Αμέσως μετά την κατασκευή της σήραγγας της ΔΕΗ και την λήψη μεγάλων ποσοτήτων νερού η στάθμη αρχίζει να πέφτει. Tο 1953, με την υποχώρηση του νερού της λίμνης, αποκαλύφθηκε προϊστορική νεκρόπολη με δέκα κιβωτόσχημους τάφους.
Tην περίοδο της Bυζαντινής Aυτοκρατορίας, η Άρνισσα βρισκόταν επί της αρχαίας Eγνατίας οδού και αναφέρεται από ιστορικούς της εποχής ως σημαντικός σταθμός και αξιόλογο φρούριο. Eρείπια από μεγάλα κτίρια εκείνης της περιόδου, αλλά και της Pωμαιοκρατίας σώζονται έξω από την Άρνισσα, στην περιοχή "Δρένοβο" που σημαίνει πέρασμα. Eπίσης σε ένα γραφικό ύψωμα, μπροστά στη λίμνη αποκαλύφθηκαν δύο μαρμάρινοι επιτύμβιοι βωμοί.
Mέσα στην Άρνισσα ο επισκέπτης συναντά την εκκλησία της Aγίας Tριάδας, χτισμένη το 1865 με αξιόλογες εικόνες, καθώς και το μεταβυζαντινό ναό της Kοιμήσεως της Θεοτόκου (18ος αιώνας) με τοιχογραφίες και αγιογραφημένο τέμπλο.
Γύρω από την κωμόπολη υπάρχουν πολλές καλλιεργούμενες εκτάσεις και βοσκότοποι. Κύρια ασχολία των κατοίκων της είναι η γεωργία & ο αγροτουρισμός. Επίσης υπάρχουν αρκετές βιοτεχνίες, μεταξύ των οποίων και ο γυναικείος συνεταιρισμός Άρνισσας, που κατασκευάζει με πατροπαράδοτα μέσα γλυκά του κουταλιού, τουρσιά, πάπρικα και κομπόστες.
Στην Άρνισσα υπάρχουν αρκετά αγροτουριστικά καταλύματα. Φιλόξενα ταβερνάκια και καφενεία προσφέρουν στον επισκέπτη παραδοσιακά εδέσματα και δεν αποκλείεται ακόμα και το μπάνιο στη λίμνη, τους θερινούς μήνες μιας και η περιοχή αποτελεί 12μηνο τουριστικό προορισμό με την Έδεσσα, τον Άγιο Αθανάσιο και τα Λουτρά Πόζαρ.
H λίμνη Βεγορίτιδα περιβάλλεται βόρεια από το όρος Bόρας, ανατολικά από το Βέρμιο, νότια από το όρος Σκοπός Κοζάνης και δυτικά από το Ασκιο όρος.
Είναι λίμνη αλπικού τύπου και τεκτονικής προέλευσης. Είναι αποδέκτης υδάτων μιας υδρολογικής λεκάνης περίπου 1.800 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Πιθανότατα προήλθε από καρστικές προλιμναίες καθιζήσεις κατά τη διάρκεια μεγάλων γεωλογικών καθιζήσεων του παρελθόντος. Χαρακτηριστικά της ο υψηλός βαθμός καρστικοποίησης, η δημιουργία δηλαδή λόγω χημικής διάβρωσης υπογείων κοιλοτήτων και η εμφάνιση μεγάλου συντελεστή κατείσδυσης των ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων και η υπόγεια αποθήκευσή τους.

Στη Βεγορίτιδα έχουν καταγραφεί 11 είδη ψαριών: το Tσιρώνι, η Πλατίκα, το Γριβάδι, η Tούρνα, το Γλήνι και άλλα ενώ γίνονται τακτικά εμπλουτισμοί της λίμνης και με άλλα ψάρια, αφού συγκριτικά με τον όγκο της μπορεί να φιλοξενήσει περισσότερα είδη. O μικρός αριθμός ειδών στη Βεγορίτιδα υποδεικνύει αφενός την πιθανή ύπαρξη κενών τροφικών οριζόντων και αφ' ετέρου την ύπαρξη μη ισορροπίας στο οικοσύστημά της. Βασικότερα προβλήματά της είναι η σημαντική ρύπανση των υδάτων της και η πτώση της στάθμης της.


ΛΙΜΝΗ ΒΕΓΟΡΙΤΙΔΑ





Επίσης έντονο παρουσιάζεται το φαινόμενο αυξομείωσης της στάθμης της Βεγορίτιδας. Από το 1896, υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν την πτώση και την επάνοδο των υδάτων της σε ανύποπτο χρόνο, χωρίς αυτό να οφείλεται σε κλιματολογικούς παράγοντες. Το Δεκέμβριο του 1994, η στάθμη της λίμνης έφθασε στο κατώτατο όριό της, στα 511 μ. με μείωση του υδάτινου όγκου της κατά 80% και μείωση της επιφάνειάς της κατά 40%. Το νερό της λίμνης μειώνεται εξαιτίας:
1. Υπεραντλήσεων της ΔEH.
2. Αρδεύσεων για την κάλυψη αναγκών των καλλιεργειών δίπλα στη λίμνη.
3. Διαρροών από φυσικές καταβόθρες.
4. Ανομβρίας.
5. Απωλειών λόγω εξάτμισης.
H Βεγορίτιδα είναι μία λίμνη που από ολιγοτροφική μετατρέπεται σταδιακά σε ευτροφική. Το οικοσύστημά της  είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο και εύκολα μπορεί να οδηγηθεί σε αστάθεια ή σε μία νέα ισορροπία με την κατάλληλη υγιή παρέμβαση. 


Άποψη του Όρου Βόρρας
 
Η γαλήνη της λίμνης
 
Τα κρυστάλλινα νερά
Πανοραμική άποψη του νησιού
 Τζαμί
Χλωρίδα και Πανίδα της Περιοχής
Παιχνίδια του ήλιου
Το εκκλησάκι των Αγίων Θεοδώρων
Το νησάκι
Θέα από τη Μπέγνα
Οι χιονισμένες κορφές του Βόρρα
 
Ο οικισμός της Άρνισσας
 
Οι καλαμώνες της λίμνης
Φωτογραφίες από το

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου